EEMY English Greek
 

6ο Σεμινάριο - 21 Απριλίου 2007, 17η Σειρά - Έτος 2006-2007

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ
Παντελής Α. Σαραφίδης
Επιστημονικός Συνεργάτης,
Α΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική,
Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ SLIDES

Εδώ και 20 περίπου χρόνια, ένα από τα πλέον συζητημένα θέματα στο χώρο της αρτηριακής υπέρτασης είναι η επίδραση των διαφόρων κατηγοριών των αντιυπερτασικών φαρμάκων στις μεταβολικές παραμέτρους. Το σχετικό ενδιαφέρον για το θέμα αυτό αυξανόταν παράλληλα με το ενδιαφέρον για το μεταβολικό σύνδρομο, καθώς σύμφωνα με τη φυσική ιστορία του τελευταίου, η ανάπτυξη του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) τύπου 2 είναι το τελικό συμβάν, ενώ η ανάπτυξη της υπέρτασης συνήθως προηγείται χρονικά. Επομένως, το ιδανικό αντιυπερτασικό φάρμακο δεν θα πρέπει να αυξάνει την ήδη υπάρχουσα αντίσταση στην ινσουλίνη (ΑΙ) και να επιταχύνει την εμφάνιση του ΣΔ τύπου 2.

Μεγάλη σειρά μελετών που χρησιμοποίησαν διάφορες μεθόδους για τον προσδιορισμό της ινσουλινοαντίστασης, μεταξύ των οποίων και την πλέον κατάλληλη μέθοδο, αυτή του υπερινσουλιναιμικού ευγλυκαιμικού clamp, έδειξαν με σαφήνεια ότι τα διουρητικά και οι παλαιότεροι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη και επιδεινώνουν το γλυκαιμικό έλεγχο. Αντίθετα, οι ανταγωνιστές ασβεστίου, οι α-ΜΕΑ και οι ΑΤ-αποκλειστές είτε δεν επηρεάζουν, είτε ελαττώνουν την ινσουλινοαντίσταση και επομένως έχουν ουδέτερη ή και ευνοϊκή επίδραση στο γλυκαιμικό έλεγχο. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα διουρητικά εμφανίζουν και μια μικρή αρνητική επίδραση στην έκκριση ινσουλίνης, ενώ εντός της κατηγορίας των β-αποκλειστών τα νεώτερα σκευάσματα (καρβεδιλόλη, νεμπιβολόλη) φαίνεται να διαφέρουν κατά πολύ από τα παλαιότερα, καθώς λόγω των αγγειοδιασταλτικών τους ιδιοτήτων έχουν ευνοϊκή ή τουλάχιστον ουδέτερη επίδραση στην αντίσταση στην ινσουλίνη.

Παράλληλα με τα παραπάνω δεδομένα, τα τελευταία χρόνια σειρά πληθυσμιακών αλλά και μεγάλων κλινικών μελετών διερεύνησαν την επίδραση των διαφόρων κατηγοριών αντιυπερτασικών φαρμάκων στην επίπτωση του ΣΔ, που αποτελεί «σκληρό» τελικό σημείο. Οι περισσότερες πληθυσμιακές μελέτες στο θέμα χαρακτηρίζονταν από μια σειρά μειονεκτημάτων, όπως τα εγγενή προβλήματα του τύπου της μελέτης (είτε ήταν μελέτες εγκάρσιας τομής, είτε μελέτες κοορτής), χρήση ατελών μεθόδων καταγραφής των περιστατικών ΣΔ, κτλ. Οι πλέον αξιόπιστες από αυτές τις μελέτες έδειξαν σαφώς ότι τα διουρητικά και οι β-αποκλειστές αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης ΣΔ τύπου 2 κατά περίπου 30%. Αντίστοιχα ήταν τα ευρήματα των κλινικών μελετών επιβίωσης που εξέτασαν το θέμα, καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία η επίπτωση του ΣΔ ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις ομάδες ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε ένα από τα φάρμακα των νεώτερων κατηγοριών σε σχέση με αυτούς που έλαβαν διουρητικό ή β-αποκλειστή. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι και αυτές οι μελέτες είχαν μια σειρά περιορισμών, με κυριότερες το ότι σε καμία από αυτές η επίπτωση του ΣΔ δεν ήταν πρωτεύον τελικό σημείο και το ότι οι διαφορές μεταξύ των ομάδων δεν μπορούσαν να αποδοθούν με σαφήνεια σε θετική επίδραση ενός φαρμάκου ή αρνητική ενός άλλου. Παρόλα αυτά, μια πρόσφατη μετα-ανάλυση των μελετών αυτών που χρησιμοποίησε ειδική τεχνική μάλλον έδωσε την τελική απάντηση στο θέμα, με τα διουρητικά και τους β-αποκλειστές να αυξάνουν την επίπτωση του ΣΔ, τους ανταγωνιστές ασβεστίου να έχουν μάλλον ουδέτερη επίδραση και τους α-ΜΕΑ και τους ΑΤ-αποκλειστές να έχουν ευνοϊκή.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΕΓΓΡΑΦΕΣ
ΟΜΙΛΗΤΕΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
1ο - 4 Νοεμβρίου 2006
2ο - 2 Δεκεμβρίου 2006
3ο - 20 Ιανουαρίου 2007
4ο - 10 Φεβρουαρίου 2007
5ο - 10 Μαρτίου 2007
6ο - 21 Απριλίου 2007
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ